διαλαμπής

δια-λαμπής, ές,
A white-hot, EM109.33.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλαμπής — διαλαμπής, ές (Α) [διαλάμπω] ολόλαμπρος …   Dictionary of Greek

  • διαλαμπῆ — διαλαμπής white hot neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) διαλαμπής white hot masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) διαλαμπής white hot masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλαμπεῖς — διαλαμπής white hot masc/fem acc pl διαλαμπής white hot masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλαμπέα — διαλαμπής white hot neut nom/voc/acc pl (epic ionic) διαλαμπής white hot masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλαμπές — διαλαμπής white hot masc/fem voc sg διαλαμπής white hot neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.